Ζήσε για να μην πεθάνεις…

Ρωτάει ενας νεαρός διάβολος έναν γέροντα διάβολο:

Πώς κατάφερες να στείλεις στην κόλαση τόσες ψυχές;

Μέσω του φόβου. Απαντάει ο γεροντότερος.

Μπράβο! Και τι φοβόντουσαν; Πολέμους; Πείνα; λέει ο νεαρός διάβολος.

Όχι… μια αρρώστια. Συμπληρώνει ο γέρος.

Δεν καταλαβαίνω. …λέει ο νεαρός.

Πίστεψαν, κατά λάθος, ότι το μοναδικό πράγμα που πρέπει να κρατήσουν με κάθε κόστος είναι η ΖΩΗ!!!

Σταμάτησαν να αγκαλιάζονται…

Σταμάτησαν να χαιρετάει ο ένας τον άλλον!!!

Παράτησαν όλες της ανθρώπινες επαφές….

Άφησαν οτιδήποτε ήταν ανθρώπινο!

Έμειναν χωρίς χρήματα.

Έχασαν την δουλειά τους.

Επέλεξαν όμως να φοβούνται για την ζωή τους ακόμα κι αν δεν είχαν ψωμί να φάνε.

Πίστεψαν ότι άκουσαν, διάβασαν εφημερίδες και πίστεψαν τυφλά ότι διάβασαν.

Παράτησαν την ελευθερία.

Δεν έφυγαν ξανά από το σπίτι.

Δεν πήγαν πουθενά.

Δεν επισκέφθηκαν ποτέ ξανά φίλους και συγγενείς.

Όλος ο κόσμος μετατράπηκε σε μια τεράστια φυλακή με εθελοντές κατάδικους.

Δέχτηκαν τα πάντα!!!

Όλα αυτά για να επιβιώσουν μια ακόμα μίζερη ημέρα….

Δεν έζησαν, πέθαιναν κάθε μέρα!

Ήταν πολύ εύκολο να πάρω την μίζερη ψυχή τους!»

 

S. Lewis – «Οι συμβουλές ενός γέροντα διαβόλου σε έναν νεότερο»

Βιβλίο γραμμένο το 1941.