ΕΠΕΤΕΙΟΣ ΣΦΑΓΗΣ ΚΑΛΑΜΑΤΙΑΝΩΝ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΓΕΡΜΑΝΟΥΣ

Ήταν Δευτέρα και τότε, πριν από 72 χρόνια ακριβώς. Ξημερώματα και στο στρατόπεδο της Καλαμάτας, εκεί που είναι σήμερα το Πανεπιστήμιο, τα φορτηγά των Γερμανών μαρσάρουν συνεχώς. Προσπαθούν να κρύψουν τις κλαγγές των πολυβόλων που εκτελούν εκατοντάδες Καλαματιανούς και άλλους Μεσσήνιους. Τους είχαν συλλάβει οι Γερμανοί Ναζί, με τη συνεργασία των ντόπιων ανθρώπων τους, σε μπλόκο στην Αγορά, εκεί που είναι σήμερα το Αρχαιολογικό Μουσείο…

Και αυτή η επέτειος περνάει σαν μια οποιαδήποτε καθημερινή ημέρα. Παρότι ο φασισμός και ο ναζισμός είναι ξανά εδώ, παρότι όλο και περισσότεροι μιλούν για την πατρίδα… Ο αριθμός των εκτελεσμένων δεν είναι εξακριβωμένος, άλλοι μιλούν για περίπου 200 ανθρώπους, άλλοι τους ανεβάζουν στους 400, κάποιοι λένε ότι ξεπερνούν και τους 500. Όσοι και να ‘ναι, στο μνημόσυνο αυτών των ανθρώπων δεν παρευρίσκονται παρά ελάχιστοι, λιγότερα και από 30 άτομα τα τελευταία χρόνια. Ούτε καν οι απόγονοί τους. Είναι ένα γεγονός που η πόλη όχι θέλει να το ξεχάσει, δεν το γνωρίζει καν και δεν δείχνει να έχει καμία διάθεση να το μάθει. Και αν κάποιος έχει ακούσει κάτι, νομίζει ότι οι Γερμανοί εκτέλεσαν κομμουνιστές που πήγαιναν γυρεύοντας… Ας θυμηθούμε όμως τι έγινε τότε, σύμφωνα με την εξιστόρηση που έκανε η Πότα Κακκαβά -πριν λίγα χρόνια, σε ομιλία της στο μνημόσυνο για τους εκτελεσμένους- κορίτσι τότε, που απεγνωσμένα έψαχνε να βρει τι έγιναν οι άνθρωποί της: «6 Φλεβάρη 1944, ημέρα Σαββάτο: Οι πράκτορες των Γερμανών, μαζί με αυτούς, καθ’ υπόδειξη, συνέλαβαν στην Αγορά 1.800 άτομα. Τους μετέφεραν στο Σύνταγμα, τους κράτησαν και μετά από λίγο έβγαλαν ορισμένους. 8 του μήνα, ξημερώματα Δευτέρα: Οι κλαγγές των όπλων των Γερμανών ακούγονταν όλη τη νύχτα και πήγαιναν και ερχόνταστε τα καμιόνια. Το πρωί της Δευτέρας, πήγαμε στην κάτω πύλη να δώσουμε πράγματα για τους ανθρώπους μας. Μας είπαν να φύγουμε, γιατί τους έστειλαν εργάτες στη Γερμανία. Την ώρα εκείνη, εμείς είδαμε το αίμα κάτω στο δρόμο. Φύγαμε όλοι, ακολουθήσαμε τα αίματα, φτάσαμε μέχρι ένα σημείο κοντά στο λιμάνι. Εκεί σταμάτησαν τα ίχνη. Καταλάβαμε ότι όλοι οι δικοί μας είχαν εκτελεστεί. Γυρίσαμε πάλι στο σημείο του στρατοπέδου και ρωτήσαμε σε ορισμένα σπίτια τι είδαν. Μας είπαν ότι όλη τη νύχτα χτυπούσαν τα πολυβόλα. Το 1945 ήρθε η Επιτροπή, πήγαμε να κάνουμε την εκταφή. Κατά κύριο λόγο, στην Επιτροπή ήταν Άγγλοι και μερικοί Εβραίοι, που ήθελαν να παρουσιάσουν τον αριθμό των εκτελεσμένων. Αυτοί ήθελαν να δώσουν τον αριθμό, και εμείς τον κρύβαμε για να μην πληρώσει η Γερμανία. Μέτρησε η Επιτροπή και ακούστηκε ένα θλιβερό νούμερο νεκρών:  520.

Δεν τολμήσαμε ούτε τα ονόματα των σκοτωμένων μας να δώσουμε. Δημιούργησαν τον Εμφύλιο. Λένε ότι, όταν αναφέρεσαι στο παρελθόν, αναμοχλεύεις μίση και πάθη. Τα μίση και τα πάθη τα φοβούνται αυτοί που τα έπραξαν, γιατί η πραγματικότητα λέει ότι οι προδότες τα έπραξαν αυτά. Και οι προδότες έγιναν πατριώτες, ενώ οι πατριώτες έγιναν προδότες και φυλακιστήκαμε, εξοριστήκαμε, βασανιστήκαμε. Δεν τολμούσαμε να δώσουμε τα ονόματα των νεκρών, γιατί οι άνθρωποι έπρεπε να σβήσουν. Θα σας παρακαλέσω να υπερασπίσετε την Ελλάδα και να ζητήσετε συγνώμη από τους νεκρούς».

Στ. Μ.